τετράμορος
τετράμορος, four parts
τετρᾰ-μορος, ον, in neut. -μορον, τό,
- four parts, κηροῖο Nic. Th. 106, cf. Aglaïas 25.
τετρά·μορος, ος, ον [ᾰ] c. le préc. Nic. Th. 106.
Étym. τ. μόρος.
τετράμορος, = τετράμοιρος, Nic. Th. 106.