τετραμοιρία
τετραμοιρία, a four-fold portion
τετρᾰ-μοιρία, ἡ,
- a fourfold portion, X. An. 7.2.36, 7.6.1.
τετραμοιρία, ας (ἡ) [ρᾰ] part quadruple, Xén. An. 7, 2, 36 ; 7, 6, 1.
Étym. τετράμοιρος.
τετραμοιρία, ἡ, die vierfache Portion, Xen. An. 7.2.36.
τετραμοιρία
τετρᾰμοιρία, ἡ,
- a four-fold portion, Xen. from τετράμοιρος