τετράοροι
τετράοροι
[contr. fr. τετραήορος, fr. τετρα-, τέσσαρες + ἠορ-, ἀείρω. Cf. παρήορος, συνήορος.]
Yoked four together : ἵπποι Od. 13.81.
[contr. fr. τετραήορος, fr. τετρα-, τέσσαρες + ἠορ-, ἀείρω. Cf. παρήορος, συνήορος.]
Yoked four together : ἵπποι Od. 13.81.