τετραπλασίων Save LSJ Bailly 2024 Pape τετρᾰπλᾰσί-ων, ον, gen. ονος, = τετραπλάσιος, Dsc. 1.61. τετρα·πλασίων, ων, ον, gén. ονος [ᾰᾰ] c. le préc. Diosc. 1, 74. τετραπλασίων, gen. ονος, = τετραπλάσιος.