τετραποδηδόν
τετραποδηδόν, on four feet
τετρᾰποδ-ηδόν, Adv.
- on all fours, ἑστάναι Ar. Pax 896.
τετραποδηδόν [ᾰ] adv. à quatre pattes, Ar. Pax 896.
Étym. τετράπους, -δον.
τετραποδηδόν, adv., auf vier Füßen, vierfüßig, Ar. Pax 861, τετρ. ἑστάναι.
τετραποδηδόν
πούς
- on four feet, Ar.