τετραπλόος
τετραπλόος, fourfold
τετρᾰ-πλόος, η, ον, contr. τετρᾰ-πλοῦς, ῆ, οῦν,
- fourfold, Plu. Luc. 2; τοῦ τετραπλοῦ μισθοῦ PSI 9.1055.13 (iii A.D.); τὸ τ., = τετραμοιρία, X. An. 7.6.7; ἀποδίδωμι τετραπλοῦν Ev.Luc. 19.8. Adv. -πλῶς LXX 3 Ki. 6.31(33). (Cf. ἁπλόος.)
τετραπλόος-οῦς, όη-ῆ, όον-οῦν, quadruple, Plut. Luc. 2 ; subst. τὸ τ. c. τετραμοιρία, Xén. An. 7, 6, 7.
Étym. τ. -πλοος.
τετραπλόος, zsgzn τετραπλοῦς, vierfach, vierfältig, Plut. Luc. 2.
Strong 5073
fourfold: Lk 19:8.†
τετραπλόος, η, ον
- fourfold, Lat. quadruplus, Plut.; τὸ τ., τετραμοιρία, Xen.