τετραπόδης
τετραπόδης, four-footed
τετρᾰπόδ-ης, ου, ὁ,
- four-footed, Man. 4.26.
τετραπόδης [ᾰ] adj. m. c. τετράπους, Man. 4, 26.
τετραπόδης, ὁ, vierfüßig. – vier Fuß lang, Sp.
τετραπόδης, four-footed