τρέφος
τρέφος, εος, τό,
- = θρέμμα (v.l. βρέφος), S. Fr. 154, cj. in E. Fr. 996.
τρέφος, εος-ους (τὸ) c. θρέμμα, Soph. fr. 166.
τρέφος, τό, = θρέμμα, Soph. frg. 166 bei Ath. X.401d, wofür Eust. βρέφος hat.