τρικόρυθος
τρικόρυθος, with triple plume
τρι-κόρῠθος, ον,
- = sq., Αἴας E. Or. 1480 (lyr.).
τρι·κόρυθος, ος, ον [ῐῠ] c. τρίκορυς, Eur. Or. 1480.
τρικόρυθος, = τρίκορυς, Eur. Or. 1480 Αἴας.
τρικόρυθος
τρῐ-κόρῠθος, ον; and τρί-κορυς, ῠθος, ὁ,
- with triple plume, Eur.