Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τρικόρυμβος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τρικέραμον
τρικέρβερος
τρίκερως
τρικέφαλος
Τρίκη
Τρικκαῖος
Τρίκκη
τρίκκος
τρικλαρία
τρικλιναρχία
τρικλινιάρχης
τρικλινικός
τρικλίνιον
τρίκλινον
τρίκλινος
τρικλινοσάξ
τρίκλυστος
τρίκλωνος
τρίκλωστος
τρίκογχος
τρικόκκια
τρίκοκκος
τρικόλλυβον
τρικόλουρος
τρικόλωνος
τρικόνδυλος
τρικόνητος
τρίκορος
Τρικόρυθόνδε
τρικόρυθος
τρικόρυμβος
τρίκορυς
Τρικορυσία
τρικόρυφος
τρικόρωνος
τρικοτυλιαῖος
τρικότυλος
τρίκουρος
τρίκρανος
τρικράσπεδος
Τρίκρηνα
τρίκροος
τρίκροτος
τρίκτειρα
τρικτυαρχέω
τρίκτυπος
τρικτύς
τρικύαθος
τρίκυζα
τρικυλίνδητος
τρικύλιστος
τρικυμία
τρικώλιος
τρίκωλος
τρικώμαρχος
τρικωμία
τρίκωμος
τριλάγηνος
τριλάγυνος
τριλαμπής
τρίλεκτος
…
τρικόρυμβος
Save
Bailly 2024
τρι·κόρυμβος,
ος, ον,
c.
τρικόρυφος,
Syn.
315
d
.
Étym.
τρεῖς, κόρυμβος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}