τρισκαιδεκάμηνος Save Bailly 2024 Pape τρισκαιδεκά·μηνος, ος, ον [ᾰ] de treize mois, Ptol. Math. synt. t. 1, p. 377. Étym. τρ. μήν. τρισκαιδεκάμηνος, dreizehnmonatlich, Sp.