τρισκαιδεκαπλασίων Save Bailly 2024 Pape τρισκαιδεκα·πλασίων, ων, ον, gén. ονος [ᾰσ] treize fois aussi grand, Cléom. Cycl. theor. 2, p. 227. Étym. τρ. -πλασίων. τρισκαιδεκαπλασίων, ονος, dreizehnfältig, Sp.