τρισκαιδεκάκλινος Save Bailly 2024 Pape τρισκαιδεκά·κλινος, ος, ον [ῑν] à treize lits, Callix. (Ath. 205e). τρισκαιδεκάκλινος, [λῑ], mit dreizehn Bett-, Tischlagern, Ath. V.205e.