τρισκαιδεκάπηχυς Save Bailly 2024 Pape *τρισκαιδεκά·πηχυς, dor. τρισκαιδεκά·παχυς, υς, υ, gén. εος [ᾰᾱ] de treize coudées, Thcr. Idyl. 15, 17. Étym. τρ. πῆχυς. τρισκαιδεκάπηχυς, υ, dreizehn Ellen lang, Theocr. 15.17.