τρισκαιδεκόργυιος Save Bailly 2024 τρισκαιδεκ·όργυιος, ou mieux τρισκαιδεκ·ώρυγος, ος, ον [ῠ] de treize brasses, Th. H.P. 5, 8, 1. Étym. τρ. ὄργυια.