τρισκοπάνιστος
τρισκοπάνιστος, thrice-kneaded
τρισ-κοπάνιστος [ᾰ], ον,
- thrice-struck or -stamped, ἄρτος τ. thrice-kneaded, i.e. fine, bread, Batr. 35.
τρισ·κοπάνιστος, ος, ον [ᾰ] fait de farine moulue trois fois, c. à d. de la plus fine farine, Batr. 35.
Étym. τρ. κοπανίζω.
τρισκοπάνιστος, dreimal gestoßen, ἄρτος, sehr feines Brot, Batrach. 35.
τρισκοπάνιστος
τρισ-κοπάνιστος (ᾰ), ον,
- thrice-kneaded, Batr.