About Report a problem

Menu

τρισμακάριος

τρισμακάριος, thrice-happy

τρισ-μᾰκάριος [ᾰρ], α, ον,
  • = foreg., Ar. Ach. 400, Philem. 93.1; χελῶναι τρισμακάριαι τοῦ τέγους Ar. V. 1293, cf. Nu. 166.

Saved

Recent