τρισμακάριος
τρισμακάριος, thrice-happy
τρισ-μᾰκάριος [ᾰρ], α, ον,
- = foreg., Ar. Ach. 400, Philem. 93.1; χελῶναι τρισμακάριαι τοῦ τέγους Ar. V. 1293, cf. Nu. 166.
τρισ·μακάριος, α, ον [ᾰᾰ] c. le préc. Ar. Ach. 400, Vesp. 1293, etc. ; Philém. (Stob. Fl. 98, 14).
τρισμακάριος, = τρισμακάριστος ; Ar. Ach. 375, Nub. 175.