φευξασπίδιον Save LSJ Bailly 2024 φευξασπίδιον, τό, = πόλιον, Ps.-Dsc. 3.110. φευξ·ασπίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] c. πόλιον, Diosc. 3, 124. Étym. φεύγω, ἀσπίς.