φεύξιμος
φεύξῐμος, ον,
- later form of φύξιμος, τόπος Plb. 13.6.9; ἔστι δούλῳ φ. βωμός Plu. Superst. 2.166e.
- II = φευκτός, Hsch.
φεύξιμος, ος, ον, c. φύξιμος, Pol. 13, 6, 9 ; Plut. M. 166f.
φεύξιμος, ον, = φύξιμος, Pol. 13.6.9.