φιλομειράκιος
φιλομειράκιος, fond of boys
φῐλο-μειράκιος [ᾰ], ον,
- fond of boys, Phld. Acad.Ind. p.48 M., D.L. 4.40.
φιλο·μειράκιος, ος, ον [ῐᾰ] c. le suiv. DL. 4, 40 ; Clém. 346.
Étym. φ. μειράκιον.
φιλομειράκιος, = φιλομεῖραξ, ἀρετά Clem.Al.