φιλόμβριος
φιλόμβριος, rain-loving
φιλ·όμβριος, ος, ον [φῐ] c. le suiv. Anth. 6, 43.
φιλόμβριος, = φίλομβρος, vom Frosche, Plat. 8 (VI.43).
φιλόμβριος
φιλ-όμβριος, ον,
ὄμβρος
- rain-loving, Anth.