Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀγαλμαῖος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀγάλαλα
ἀγάλαξ
ἁγάλαξ
ἀγαλαξία
Ἀγαλασσεῖς
ἀγάλαστος
ἀγαλβάς
ἀγάλιχον
Ἄγαλλα
Ἀγαλλεύς
ἀγαλλητός
ἀγαλλιάζομαι
ἀγαλλιάζω
ἀγαλλίαμα
ἀγαλλιάς
Ἀγαλλίας
ἀγαλλιάσιμος
ἀγαλλίασις
ἀγαλλίασμα
ἀγαλλιασμός
ἀγαλλιάω
ἀγάλλιος
ἀγαλλίς
Ἀγαλλίς
ἀγαλλίωσις
ἀγάλλομαι
ἀγάλλοχον
ἀγαλλύνομαι
ἀγάλλω
ἄγαλμα
ἀγαλμαῖος
ἀγαλματίας
ἀγαλματίζω
ἀγαλματικός
ἀγαλμάτιον
ἀγαλματίτης
ἀγαλματογλύπτης
ἀγαλματογλύφος
ἀγαλματοθήκη
ἀγαλματομική
ἀγαλματοποιέω
ἀγαλματοποιητική
ἀγαλματοποιητικός
ἀγαλματοποιΐα
ἀγαλματοποιία
ἀγαλματοποιικός
ἀγαλματοποιός
ἀγαλματοπώλης
ἀγαλματουργέω
ἀγαλματουργία
ἀγαλματουργική
ἀγαλματουργικός
ἀγαλματουργός
ἀγαλματοφορέω
ἀγαλματοφόρος
ἀγαλματοφώρας
ἀγαλματόω
ἀγαλματώδης
ἀγαλμητόν
ἀγαλμοειδής
ἀγαλμός
…
ἀγαλμαῖος
Save
DGE
ἀγαλμαῖος·
λοίθος (
sic
) αἱματίτης
Cyr., cf. s. cont., Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}