ἀγαλμάτιον
ἀγαλμάτιον, small statue
ἀγαλμ-άτιον, τό, Dim. of ἄγαλμα, IG 4.1588 (Attic, fr. Aegina, V B.C.), Theopomp.Com. 47, Polycharm. 5, Plu. Lyc. 25, etc.
pequeña estatua, estatuilla
ἀ. μικρόν
καί σε τῇ νουμενίᾳ ἀγαλματίοις ἀγαλοῦμεν ἀεί
τὸ τοῦ Γέλωτος ἀ. ... ἱδρύσασθαι
ἀ. Ἀφροδίτης σπιθαμιαῖον
ἀ. ξύλινον ἀρχαϊκόν
ἀ. λίθινον
ἀ. τι Ἀθηνᾶς
ἀγαλμάτιον, ου (τὸ) [ᾰγμᾰ] statuette, petite image, Plut. Lyc. 25, Syll. 22 ; Luc. Somn. 3.
Étym. ἄγαλμα.
ἀγαλμάτιον, τό, dim. zu ἄγαλμα, kleine Statue, Theop. B.A. 328 ; Plut. Lyc. 25, Syll. 22 u. sonst, μικρόν Luc. somn. 3 ; Sp.