ἀκατάψευστος
ἀκατάψευστος, not fabulous
ἀκατά-ψευστος,
- not fabulous, θηρία Hdt. 4.191; not belied, διάληψις Ath.Mitt. 33.380 (Pergam.).
no fabuloso
θηρία
• no fingido
διάληψις
ἀ·κατάψευστος, ος, ον, non imaginé, non fabuleux, Hdt. 4, 191.
Étym. ἀ, καταψεύδομαι.
ἀκατάψευστος, nicht erlogen, Her. 4.191.
ἀκατάψευστος
καταψεύδομαι
- not fabulous, Hdt.