ἀκατάψεκτος
I
1 intachable Cyr.Al.M.68.1049B, M.76.821B.
2 inocente
οὐκ ἀ. ἐᾷ τὴν τοῦ σῴζοντος ἡμερότητα
• subst. τὸ ἀ. inocencia
οὐ πᾶσα πάντως εἰρήνη τὸ ἀ. ἔχει
II adv. -ως intachablemente Cyr.Al.M.72.816C.
ἀκατάψεκτος, tadellos, Sp.
I
1 intachable Cyr.Al.M.68.1049B, M.76.821B.
2 inocente
οὐκ ἀ. ἐᾷ τὴν τοῦ σῴζοντος ἡμερότητα
• subst. τὸ ἀ. inocencia
οὐ πᾶσα πάντως εἰρήνη τὸ ἀ. ἔχει
II adv. -ως intachablemente Cyr.Al.M.72.816C.