ἀνάκαμψις
ἀνάκαμψις, a bending back
ἀνάκαμψις, εως, ἡ,
- a bending back, Hp. Oss. 15, Arist. Mete. 386a5.
1 retroflexión
ἐν δὲ τῇ ἀνακάμψει ἐνῆρται ἐς τὰ αὐτὰ ταῦτα
op. κατάκαμψις
2 reversión
κἂν συνεχεῖς ὦσιν (αἱ κινήσεις) καὶ μὴ γίνηται ἀνάκαμψις
ἐπὶ τὸν αὐτὸν τόπον ἀνακάμψεις ποιεῖσθαι
ἀνάκαμψις, εως (ἡ) action de revenir sur ses pas, retour, Hpc. 278, 39 ; Arstt. Meteor. 4, 9, 8.
Étym. ἀνακάμπτω.
ἀνάκαμψις, ἡ, das Umbiegen, Zurückkehren.