ἀνακαμπτικός
ἀνακαμπτικός, returning
ἀνακαμπ-τικός, ή, όν,
- returning, διαυλωνισμός Eust. 1107.63.
que da la vuelta
διαυλωνισμός
ἀνακαμπτικός, umbiegend, Eust.
ἀνακαμπτικός, returning
que da la vuelta
διαυλωνισμός