ἀνακάλυπτρα
ἀνακάλυπτρα, τά,
- = ἀνακαλυπτήρια II. D.S. 5.2.
regalos de esponsales
μυθολογοῦσι ... ὑπὸ Διὸς ἀνακάλυπτρα τῇ νύμφῇ (Φερσεφόνῃ) δεδόσθαι ταύτην τὴν νῆσον
ἀνακάλυπτρα, ων (τὰ) [κᾰ] c. ἀνακαλυπτήριον, DS. 5, 2.
ἀνακάλυπτρα, τά, = ἀνακαλυπτήρια, DS. 5.2.