ἀνακαίνωσις
ἀνακαίνωσις, renewal
ἀνακαίν-ωσις, εως, ἡ,
- = ἀνακαίνισις, Ep.Rom. 12.2, Tit. 3.5.
renovación
μεταμορφοῦσθε τῇ ἀνακαινῶσει τοῦ νοός
ἔσωσεν ἡμᾶς διὰ ... ἀνακαινώσεως Πνεύματος Ἁγίου
τῶν πνευμάτων ὑμῶν
τοῦ παντός
ἡ ... παράδοσις ... κατὰ τὴν ἀνακαίνωσιν τοῦ βιβλίου
ἀνακαίνωσις, εως (ἡ) renouvellement, NT. Rom. 12, 2 ; Tit. 3, 5.
Étym. ἀνακαινόω.
ἀνακαίνωσις, ἡ, die Erneuerung, NT.
Strong 342
†
renewal: Ro 12:2, Tit 3:5 (Cremer, 324; MM, VGT, s.v.).†
ἀνακαίνωσις
from ἀνακαινόω
- renewal, NTest.