ἀνακαινουργέω
ἀνακαινουργέω,
- = ἀνακαινίζω, prob. l. in AP 14.60.
reparar
ζωὴν αἰώνιον
ἀνα·καινουργέω-ῶ, renouveler, Anth. 14, 60.
ἀνακαινουργέω, = ἀνακαινίζω, Aenigm. 21 (XIV.60), zw.
reparar
ζωὴν αἰώνιον