About Report a problem

Menu

ἀνακαινωτικός

ἀνακαινωτικός -ή, -όν

renovador ref. al Espíritu Santo ἀνακαινωτικὸν αὐτὸ τῆς δημιουργίας Didym.Eun.5.M.29.713C.

Saved

Recent