ἀνακυκλεύω
ἀνακυκλεύω, reverse
ἀνακυκλεύω,
- reverse, App. BC 4.103.
trastocar, deshacer
ἀνακυκλεύειν τὰ ἡνυσμένα
ἀνακυκλεύω, c. le suiv. App. Civ. 4, 103.
ἀνακυκλεύω, App., = ἀνακυκλέω.
ἀνακυκλεύω, reverse
trastocar, deshacer
ἀνακυκλεύειν τὰ ἡνυσμένα