ἀνακτητικός
ἀνακτητικός, recuperative:
ἀνα-κτητικός, ή, όν,
- recuperative: ἀνακτητικόν· γλήχων, Hsch. (cf. ἀνακτάομαι I.2).
1 que hace recobrarse
σίκυς ... ἀνακτητικὸς λειποθυμιῶν
2 subst. bot. τὸ ἀ. poleo, Mentha pulegium L.,
ἀνακτητικόν· γλήχων
ἀνακτητικός, ή, όν, propre à ranimer, Diosc. 2, 163.
ἀνακτητικός, geschickt wieder zu erlangen, Sp.