ἀνακτόρεος
ἀνακτόρεος, of the emperor
ἀνακτόρεος, α, ον,
- = ἀνακτόριος, of the emperor, ἐχθρός APl. 16.350.
palatino, imperial
ἄναξ πολέμιζεν ... ἐχθρῷ ἀνακτορέῳ
ποσσὶν ἀνακτορέοισιν
ἀνακτόρεος, α, ον [ᾰν] royal, A. Pl. 336.
Étym. ἀνάκτωρ.
ἀνακτόρεος, königlich, θόωκος Anth. (Plan. 336).