ἀναμφίλεκτος
ἀναμφίλεκτος, ον,
- = sq., τιμή D.H. 9.44; πίστις Longin. 7.4. Adv. -τως PPar. 15.3.56 (ii B. C.), S.E. M. 7.5, Luc. Rh.Pr. 15.
1 indiscutible
(ἁρπαγή) ὑπὸ Πριηνέων ἀ. γεγενημένη
τιμή
ἀ]νεπιεικὲς καὶ ἀναμφίλεκτον πάν[τως
ἀληθῆ καὶ ἀναμφίλεκτα
πίστις
2 adv. -ως indiscutiblemente
κεκυριευκέναι αὐτοὺς μέχρι τοῦ νῦν ἀναμφιλέκτως
que hasta ahora han sido los dueños indiscutiblesλέγειν
• sin disputa
φυσικὸν ... ὑπεστήσαντο μέρος ... κατὰ πάντας καὶ ἀ.
• sin dudar
ἀ. ... αἰτῆσαι ὀφείλεις
ἀν·αμφίλεκτος, ος, ον, c. ἀναμφίλογος, DH. 9, 44.
ἀναμφίλεκτος, unbestritten, unbezweifelt, Sp. z.B. τιμή Dion.Hal. 9.44.
• Adv ., Luc. rhet. praec. 14.
• Adv ., Luc. rhet. praec. 14.