ἀναμόρφωσις
ἀναμόρφωσις, forming anew
ἀναμόρφ-ωσις, εως, ἡ,
- forming anew, Suid. s.v. καινουργισμός.
renovación, nueva conformación
εἰς θεόν
ἀπολισθησάντων ἀ.
ἀναμόρφωσις, ἡ, Umgestaltung, Verwandlung, Sp.