ἀναμορφόω
ἀναμορφόω, transform
ἀναμορφ-όω,
- transform, εἴς τι Philostr.Jun. Im. 4.
1 c. ac. compl. dir. y εἰς transformar
ἐς βούκερων ἀναμορφώσας ἑαυτὸν ὁ ποταμός
εἰκόνα ... εἰς κάλλους
2 c. ac. compl. dir. conformar de nuevo
(ψυχήν) τὸ Πνεῦμα δι' ὕδατος
(εἰκόνα) χρώμασιν
• en v. pas.
διὰ Χριστοῦ ἀναμορφούμεθα
ἀνα·μορφόω-ῶ, transformer, Philstr. 869 ; fig. régénérer, Naz. Or. fr. t. 2, p. 676a.
ἀναμορφόω, umgestalten, Sp., wie Philostr.