ἀναπούλωτος
ἀναπούλωτος, not scarred over
ἀναπούλωτος, ον,
- not scarred over, Gal. 19.446.
que no cicatriza
στόμιον
ἀν·απούλωτος, ος, ον, non cicatrisé, Gal. Def. med. 19, 446.
Étym. ἀν-, ἀπουλόω.