ἀναπότριπτος
ἀναπό-τριπτος, ον,
- gloss on ἀλίαστος, Sch.Il.Oxy. 1086.74 (fort. -τρεπτος).
imborrable
ἀναπότριπτος, nicht abzureiben, unvertilgbar.
imborrable