ἀναρίτης
ἀνᾱρίτης [ῑ], ου, ὁ,
- = νηρείτης, Ibyc. 22, Epich. 42, cf. 114, Herod. 11 (ἀνηρ-). (ῑ not ει acc. to Hdn.Gr. 2.475.)
ἀναρίτης, ου (ὁ) [ᾰᾱῑ] coquillage de mer, Ibyc. 34 ; Epich. (Ath. 85d, 86 a, b).
Étym. cf. νηρίτης.
ἀναρίτης, [ᾱρ], ὁ, eine Meerschnecke, Ibyc. frg. 34 ; Ath. III.86b ; auch νηρίτης.