ἀναριστία
ἀναριστία, want of breakfast
ἀνᾱριστ-ία, ἡ,
- want of breakfast, Hp. Vict. 3.75 (pl.); prob. for ἀναρίστησις, ib. 4.90.
dieta, ayuno Hp.Vict.3.75, 4.89.
*ἀναριστία, ion. ἀναριστίη, ης (ἡ) [ᾱρ] c. ἀναρίστησις, Hpc. 391, 38 au plur.
Étym. ἀνάριστος.
ἀναριστία, [ᾱρ], ἡ, = ἀναρίστησις, Hippocr.