ἀναρρώομαι
ἀναρρώομαι, rush back
ἀναρρώομαι,
- rush back, ἀναρρώσασθαι ὀπίσσω Orph. A. 1257.
correr hacia atrás
ἀναρρώσασθαι ὀπίσσω
ἀνα·ρρώομαι (inf. ao. -ώσασθαι) reculer, Orph. Arg. 1263.
Étym. ἀνά, ῥώω.