ἀνασκίδνημι
ἀνασκιδνημι,
- = ἀνασκεδάννυμι, Ph. 1.262, al.
disipar
ἥλιος ... βαθὺ σκότος ... ἐπιλάμψας ἀνασκίδνησιν
ἀνα·σκίδνημι, c. ἀνασκεδάννυμι, Phil. 1, 209, 262, etc.
ἀνασκίδνημι, zerstreuen, Philo.