ἀνασωσμός Save LSJ DGE Bailly 2024 ἀνα-σωσμός, ὁ, = foreg., Aq. Ge. 45.1. ἀνασωσμός -οῦ, ὁ supervivencia εἰς ἀ. μέγαν Aq.Ge.45.7. ἀνασωσμός, οῦ (ὁ) délivrance, Aqu. Gen. 45, 7. Étym. ἀνασῴζω.