ἀνασχινδυλεύω
ἀνασχινδυλεύω, impale
ἀνα-σχινδῠλεύω,
- = ἀνασκολοπίζω, Pl. R. 362a; cf. ἀνασκινδυλεύω.
empalar
ὁ δίκαιος ... ἀνασχινδυλευθήσεται
ἀνα·σχινδυλεύω, att. p. ἀνασκινδυλεύω [ῠ] empaler, Plat. Rsp. 362a.
ἀνασχινδυλεύω, (att. für *ἀνασκινδυλεύω), aufpfählen, kreuzigen, Plat. Rep. II.362a ; s. B.A. 27.