ἀπαράομαι
ἀπαράομαι, propitiate
ἀπᾰράομαι,
- propitiate, τοῖς θεοῖς Mim. in POxy. 413vii 133.
1 propiciar
τοῖς θεοῖς ἀπαρᾶσ(θ)αι βούλομαι
2 maldecir, exorcizar
τὰς ἀπηρημένας ἐκδειματώσεις
los terrores malditos