ἀπαραποίητος
I
1 no modificado, idéntico
ἀ. τῶν πατέρων διεφύλαξαν τὴν παράδοσιν
φύσεως ἀπαραποιήτου καρπός
2 no artificioso, no compuesto
κάλλος
II adv. -ως
1 sin modificación
τὸ εἶναι Θεὸς ἀ. ἔχων
2 no artificiosamente Hsch.
ἀ·παραποίητος, ος, ον, non contrefait, Bas. 2, 13.
Étym. ἀ, παραποιέω.
ἀπαραποίητος, nicht nachgemacht, nicht verfälscht, Sp.