ἀπαράτρωτος
1 no violado, inviolado
τὸν τῆς ἀκτημοσύνης κανόνα ... ἔχειν ... ἀ.
2 adv. -ως sin merma
ἐξ ἀρχῆς ἀ. τὸ ἑτεροούσιον πρεσβευόμενοι
1 no violado, inviolado
τὸν τῆς ἀκτημοσύνης κανόνα ... ἔχειν ... ἀ.
2 adv. -ως sin merma
ἐξ ἀρχῆς ἀ. τὸ ἑτεροούσιον πρεσβευόμενοι