ἀπαράφθαρτος
1 incorrupto, inviolado
τὰ τῆς οἰκείας φύσεως ἀπαράφθαρτα διασώζοντα
2 adv. -ως incorruptiblemente
νοεραί ... δυνάμεις ... ἀ. διακειμέναι
ἀπαράφθαρτος, unverdorben, Sp.
1 incorrupto, inviolado
τὰ τῆς οἰκείας φύσεως ἀπαράφθαρτα διασώζοντα
2 adv. -ως incorruptiblemente
νοεραί ... δυνάμεις ... ἀ. διακειμέναι