ἀπαρέγχυτος
ἀπαρ-έγχῠτος, ον,
- = ἀπαράχυτος, Ath. 1.27a.
no mezclado, puro
(οἶνος)
ἀ·παρέγχυτος, ος, ον [ῠ] c. ἀπαράχυτος, Ath. 27a.
Étym. ἀ, παρεγχέω.
ἀπαρέγχυτος, = ἀπαράχυτος, Ath. I.27a.
no mezclado, puro
(οἶνος)